Κυριακή, 16 Φεβρουαρίου 2014

ΠΟΥ ΠΗΓΑΝ ΤΑ ΛΕΦΤΑ ΤΟΥ ΣΧΕΔΙΟΥ ΜΑΡΣΑΛ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ;

ΠΟΥ ΠΗΓΑΝ ΤΑ ΛΕΦΤΑ ΤΟΥ ΣΧΕΔΙΟΥ ΜΑΡΣΑΛ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ;
Οι δύο όψεις.Αθήνα αρχές δεκαετίας 1960 και Ηπειρος αρχές δεκαετίας 1950.
Η εξαθλίωση στα ΤΖΟΥΜΕΡΚΑ!Αντιγράφω το απόσπασμα από τό βιβλίο:

<<Ενας ξένος δημοσιογράφος, που το καλοκαίρι του 1960 τον πήγα να γνωρίσει τη νυκτερινή Αθήνα,έτριβε τα μάτια του από την έκπληξη: «Μα αυτή είναι, με ρωτούσε, η φτωχή Ελλάδα, που βομβαρδίζει με υπομνήματα και εκκλήσεις τους διεθνείς οργανισμούς ζητώντας οικονομική βοήθεια και δάνεια;».

Του εξήγησα: «Όχι. Αυτή δεν είναι η φτωχή, η αληθινή Ελλάδα.

Είναι η ωραία παραπλανητική βιτρίνα της».Η «βιτρίνα» είναι η μία όψη της ελληνικής ζωής. Και με την προκλητική επίδειξη του πλούτου γίνεται το καθρέφτισμα της διαφθοράς του δημόσιου βίου και της ανορθόδοξης λειτουργίας του δημοκρατικού πολιτεύματος. Αλλά αυτά παραμένουν αθέατα και άγνωστα στον αφελή ξένο. Τα σκεπάζει επιμελώς η βιτρίνα, η οποία εμφανίζει μια Ελλάδα λουσμένη στην ευημερία και σ' ένα ιδανικό σύστημα δημοκρατικής διακυβερνήσεως.

Εγκατέλειψα τον αγώνα... Η «βιτρίνα» είχε επενεργήσει πολύ δραστικά στον ξένο συνομιλητή μου.

Στην σκέψη μου ήρθαν τα Τζουμέρκα. Οι στατιστικές του ΟΗΕ αναφέρουν την Ήπειρο σαν την πιο άγονη και φτωχή περιοχή της Ελλάδας. Μπορείτε, λοιπόν, να σχηματίσετε μια εικόνα για τα Τζουμέρκα, αν μάθετε ότι είναι το πιο φτωχό τμήμα της Ηπείρου. Ψηλά, στην κορφή του βουνού,πολύ κοντά στο Θεό, αλλά ξεχασμένα από το Θεό. Για πρώτη φορά είδα από κοντά τα Τζουμέρκα το καλοκαίρι του 1952. Περνώντας από την Άρτα για μακρινότερο ταξίδι, η ηγουμένη ενός ιστορικού μοναστηριού μου είχε κεντρίσει το ενδιαφέρον. «Πηγαίνετε στα Τζουμέρκα, μου είπε. Αν ψάχνετε για την αλήθεια, θα την δείτε μόνον εκεί».Κάποιος δέχτηκε να με συνοδέψει. Με μουλάρια ανεβήκαμε το απόκρημνο βουνό. Όταν έπειτα από έξη ώρες φτάσαμε στο πρώτο χωριό, ένα τσούρμο από παιδιά ανεβασμένα σ' ένα ύψωμα μας κοίταζαν ξαφνιασμένα. Το θέαμα ήταν τρομακτικό. Ντυμένα με κάτι απίθανα κουρέλια,ξυπόλυτα,σκελετωμένα, με βαθουλωμένα μάγουλα και απλανή βλέμματα, τα παιδιά των Τζουμέρκων θύμιζαν παιδιά της κατοχικής πείνας, ή του Νταχάου. Στο βάθος κάτι μισοερειπωμένα καλυβόσπιτα, χωρίς παράθυρα και πόρτες, έμοιαζαν με κατοικίες τρωγλοδυτών. Το εσωτερικό τους ένας μοναδικός χώρος με πάτωμα την ίδια τη γη. Άνθρωποι και ζώα τρώνε και κοιμούνται μαζί. Βέβαια, το «τρώνε» είναι περισσότερο σχήμα λόγου. Το καλοκαίρι, με κανένα λαχανικό, κάτι πάει κι έρχεται. Αλλά το χειμώνα η ζωή γίνεται κόλαση. Η γη δεν βγάζει τίποτε, τα χιόνια κλείνουν κάθε επικοινωνία με τον άλλο κόσμο. Προμήθειες δεν υπάρχουν. Και μένουν στην παγωμένη ερημιά τους μόνοι. Οι άνθρωποι και ο Θεός... Είναι αλήθεια ότι το κράτος θυμόταν πότε-πότε αυτούς τους ξεχασμένους πληθυσμούς (που ψηφίζουν στις εκλογές...) και έριχνε κατά τους μήνες της βαρυχειμωνιάς από αεροπλάνα, σακιά με καλαμπόκι. Είναι η μοναδική τροφή. Αλλά, δυστυχώς, όχι κάθε μέρα. Οι μέρες της πείνας είναι οι περισσότερες. Μου διηγήθηκαν σπαρακτικές ιστορίες με την προσμονή του αεροπλάνου σε μέρες λιμοκτονίας. Κάποτε ακουγότανε ο βόμβος του κινητήρα. Οι πεινασμένες καρδιές χτυπούσαν δυνατά. Θαρθεί; Θα μπορέσει ο πιλότος να ρίξει το πολύτιμο φορτίο; Σιγά-σιγά ο βόμβος ακουγότανε λιγότερο. Οι άνθρωποι κρατούσαν την αναπνοή. Και ακόμη λιγότερο. Και μετά τίποτα. Η ορατότητα είχε πέσει στο μηδέν. Το αεροπλάνο γύριζε στη βάση του, εκεί που ο άλλος κόσμος είχε τροφή και ζεστές κουβέρτες και δεν αντίκριζε το γυάλινο πεινασμένο βλέμμα του παιδιού του...

Ο συνοδός μου θυμήθηκε κάποια κινηματογραφική ταινία και ψιθύρισε με θλίψη: «σκυλίσια ζωή...». Διαμαρτυρήθηκα έντονα. Όχι, δεν είναι σκυλίσια η ζωή εδώ. Είναι κάτι πολύ χειρότερο. Τα παιδιά των Τζουμέρκων θα λαχταρούσαν να είχαν την μισή τροφή των σκύλων της Αμερικής...Θυμήθηκα μια στατιστική. Τα σκυλιά στις Ηνωμένες Πολιτείες απορροφούν κάθε χρόνο δυο δισεκατομμύρια δολάρια. Καημένα Τζουμέρκα...

Στο Καφενείο του χωριού ζήτησα να πληρώσω τους καφέδες και μη έχοντας ψιλά έβγαλα ένα χαρτονόμισμα των 50 δραχμών. Ο καφετζής κοίταξε με θλιμμένη απορία το χαρτονόμισμα. Ο αγωγιάτης με πρόλαβε και έδωσε στον καφετζή μερικά κέρματα. «Τρελός είσαι;» άκουσα το συνοδόμου να λέει με χαμηλή φωνή, όταν ο καφετζής
απομακρύνθηκε. «Πού νόμισες ότι βρίσκεσαι; Στην Αθήνα σας;» Τότε πρόσεξα ότι στα πεινασμένα βλέμματα γύρω μου υπήρχε και μια υποψία απειλής...
Κείνη τη στιγμή μπήκε στο καφενείο ένα κοριτσάκι. Κρατούσε ένα νόμισμα. «Είπε η μητέρα μου,λέει στο καφετζή, να μου δώσεις ένα εικοσάρι σπίρτα». Έδωσε τα είκοσι λεφτά (κέρμα που αντιστοιχεί στα δυο τρίτα ενός σεντ) και ο καφετζής άνοιξε ένα κουτί και μέτρησε στο κορίτσι οκτώ(8) σπίρτα... Όταν φύγαμε από το καφενείο, ο συνοδός μου από την Άρτα μου εξήγησε: «Οι άνθρωποι εδώ, όπως θα είδες, είναι πάμπτωχοι. Χαρτονομίσματα δεν κυκλοφορούν καθόλου. Πού και πού μερικά κέρματα, εικοσάρια, δεκάρες και πεντάρες. Μ' αυτά αγοράζουν, όταν μπορούν,πετρέλαιο για τη λάμπα και σπίρτα... Αλλά οι περισσότερες οικογένειες δεν έχουν λάμπα...».

Την ίδια μέρα φύγαμε... Η ηγουμένη είχε δίκιο: Στα Τζουμέρκα είχα δει την αλήθεια... Μια αλήθεια που δεν θα μπορέσει να τη δει ο συνομιλητής μου, ο Αμερικανός δημοσιογράφος. Είναι η αλήθεια που καίει και σε κάνει να ντρέπεσαι που είσαι άνθρωπος..."

Aπόσπασμα από τό Βιβλίο του αείμνηστου Δημοσιογραφου Γιάννη Κάτρη "Η γέννηση του Νεοφασισμού στην Ελλάδα"

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου